Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) θεωρείται μία από τις πιο μελετημένες νευροαναπτυξιακές διαταραχές, ωστόσο στα κορίτσια συχνά δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα. Για χρόνια, η ΔΕΠ-Υ έχει συνδεθεί με την έντονη, παρορμητική και εξωστρεφή συμπεριφορά των αγοριών, αφήνοντας τα κορίτσια στο περιθώριο της διάγνωσης.
Μια σημαντική έρευνα των Gsrkovic & Zentall (2000) ανέδειξε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κοριτσιών με ΔΕΠ-Υ και τους λόγους που τα συμπτώματά τους δεν είναι πάντα ορατά. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 262 άτομα (κορίτσια με και χωρίς ΔΕΠ-Υ, γονείς και εκπαιδευτικούς) και διαπίστωσαν ότι οι μορφές υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας στα κορίτσια εκδηλώνονται με πιο εσωτερικευμένο τρόπο — λιγότερο θορυβώδη και πιο συναισθηματικό.
Τα κορίτσια με ΔΕΠ-Υ τείνουν να είναι ονειροπόλα, αφηρημένα, να ξεχνούν εύκολα, να ανησυχούν υπερβολικά και να αντιδρούν συναισθηματικά. Παρουσιάζουν έντονο άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολίες στη διαχείριση συναισθημάτων, όπως πείσμα, ενοχές ή ξεσπάσματα στο σπίτι και στο φιλικό περιβάλλον. Οι εκπαιδευτικοί συχνά δεν παρατηρούν αυτές τις δυσκολίες, επειδή τα κορίτσια συνήθως δεν διαταράσσουν την τάξη· αντίθετα, φαίνονται ήσυχα ή ντροπαλά, γεγονός που καθυστερεί την αναγνώριση της διαταραχής.
Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι τα κορίτσια με ΔΕΠ-Υ έχουν ελλείμματα στις κοινωνικές δεξιότητες, δυσκολεύονται να ενταχθούν σε ομάδες ή να διατηρήσουν φιλίες, ενώ η υπερευαισθησία τους στις κοινωνικές σχέσεις συχνά τα οδηγεί σε απομόνωση ή απογοήτευση. Η χαμηλή αυτοαντίληψη και η αίσθηση αποτυχίας που συνοδεύει αυτές τις εμπειρίες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συναισθηματικών δυσκολιών στην εφηβεία.
Η κατανόηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των κοριτσιών με ΔΕΠ-Υ είναι καθοριστική. Η έγκαιρη αναγνώριση και η κατάλληλη εκπαιδευτική και ψυχολογική παρέμβαση μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την αυτοπεποίθηση και τη λειτουργικότητά τους, βοηθώντας τα να αναδείξουν τις δυνατότητές τους χωρίς να εγκλωβίζονται πίσω από τα «ήσυχα» τους συμπτώματα.